Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Ό,τι έχω αφήσει εκεί πίσω είναι μια βρώμικη σκιά

Κάθε μέρα που περνά σε αυτή την πόλη πρέπει να θυμίζω στον εαυτό μου πως δεν είμαι εδώ.
Δεν υπάρχω εδώ, δεν έχει χώρο για μένα, δεν πρέπει να βουλιάξω ή να βολευτώ, δεν πρέπει να βρω μια χαραμάδα για να μπω.

Δεν υπάρχω εδώ. Υπάρχει η καρικατούρα του δεκαπεντάχρονου εαυτού μου. Αυτό γίνομαι κάθε φορά που επιστρέφω.

Δεν ορίζουν αυτοί οι άνθρωποι το μπόι μου ούτε τα βήματα που κάνω προς τα εμπρός.Δεν έχει σημασία πως με βλέπουν, δεν έχω τίποτα να αποδείξω στον εαυτό μου γοητεύοντας τους.Γιατί προσπαθώ;

Κάθε μερα που περνά ξυπνάει τα φαντάσματα της εφηβείας κι αν κάτι πονάει πιο πολύ, είναι που πίστευα πως πια δεν με τρομάζουν.Είναι που νόμιζα πως αν τρεξω αρκετά μακρυά, αν με αγγίξουν άλλοι άνθρωποι, αν αγκυροβολήσω σε νέο τόπο, όλα αυτά θα ξεριζωθούν από μέσα μου και θα μπορώ να μην σκύβω πια το κεφάλι από φόβο ή ντροπή.

Ο αέρας που ανασαίνω δεν είναι αυτός.Δεν έχει τόπο για μένα εδώ, δεν ετεροκαθορίζομαι από μια κοινωνία που απορρίπτω, όχι από αντίδραση μα από επιλογή.

Όσα έγιναν εδώ δεν με ορίζουν πια.Ξέμειναν πίσω, να στοιχειώνουν κάθε βήμα μου σε κάθε πλάκα πεζοδρομίου αυτής της πόλης.Περπάτησα σε νέα μέρη, πιο φιλόξενα και βρήκα που ανήκω.Μπόρεσα να αντέξω τον εαυτό μου, μεγάλωσα.

Κάθε μέρα, πρέπει να θυμίζω στον εαυτό μου πόσο μακρυά έχω φύγει από όλα αυτά.

Ποτέ ξανα σκυφτή, ποτέ ξανά φοβισμένη.

"Θέλω να ζήσω όπως τα αστέρια που ξεψύχησαν
μέσα στο φως κάποιου αφιλόξενου και μακρινού ουρανού
γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα
και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού"



Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Σαν παιδί

Έχω τόσα μέσα μου και μια ανυπέρβλητη ανάγκη να γράψω. Μα οι λέξεις μου με εγκατέλειψαν, με άφησαν μόνη να αντιμετωπίσω το χάος.

Το κεφάλι μου γυρίζει από τις σκέψεις, ή μάλλον φταίει το κρασί. Μα τι λέω, ποτέ δεν φταίει το κρασί.

Νιωθω σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας. Θα θελα να μπορούσα να τα πω όλα με έναν μονόλογο, σπαρακτικό και μετρημένο. Κατάγομαι από μια γενειά απίστων, η μοίρα μου όρισε να ακολουθήσω την πατρoγονική αμαρτία που τόσο σιχαίνομαι. Προδοσίες, πάθη, λάθος αποφάσεις, παιχνίδια της τύχης, μια μάχη. Μόνο που δεν μάχεται αδερφός τον αδεφό, η κόρη τους νόμους και η κατάληξη δεν θα ναι ο Άδης μήτε η λύση του δράματος και η κάθαρση. Η κατάληξη θα είναι πεζή, όπως όλες οι ζωές όσων δεν κατάγονται από γενιά βασιλική, μήτε έχουν στην πλάτη τους το βάρος όλου του κόσμου ή μιας πόλης έστω.

Ο τόπος της μάχης είναι το σώμα μου, εκείνο που πληγώννω κι απαρνιέμαι και πληγώνω, με κάθε ευκαιρία. Και οι αντίπαλοι είμαστε εγώ και το μυαλό μου, οι επιθυμίες που κυβερνούν την λογική, η λογική που καταπνίγει τις επιθυμίες.

Ξέρω ποιο είναι το σωστό. Πάντα ξέρω ποιο είναι το σωστό. Κι όμως το μυαλό με παίρνει από το χέρι σαν παιδί για να με οδηγήσει εκεί όπου υπάρχει πόνος και χαμός. Μου δίνει στον δρόμο καραμέλες, για να ξεγελάσει τις συμφορές. Κι εγώ, σαν παιδί, πιστά ακολουθώ την έξη μου μέχρι την καταστοφή.

Θα ήταν τόσο βολικό και σωτήριο να φταίει η μοίρα ή οι Θεοί. Να είμαι έρμαιο των αποφάσεων άλλων, να μην κρατούσα εγώ το σπαθί που σκότωσε.Να φταίει το κρασί, κι όχι η απόφαση μου να τα διαλύσω όλα μέσα σε δυο λεπτά. Μα τι λέω, ποτέ δεν φταίει το κρασί.

Η πίεση που μου ασκείται είναι αντιστρόφως ανάλογη με την λογική μου.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

I put a spell on you.

Έχω μια μελανιά στο χέρι μου από την τελευταία φορά που σε είδα, την Nina Simone να τραγουδάει το I put a spell on you με την υπέροχη, βαθιά νέγρικη φωνή της και εκείνο το τελεσίδικο because you're mine μου θυμίζει τον τρόπο που σε κοιτούσα. Για εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα της αιωνιότητας ήσουν δικός μου.Η αίσθηση της εξουσίας ήταν μεθυστική, πιο μεθυστική κι από τα ποτήρια με αλκοόλ που ρουφούσαμε χαμογελώντας όλο το βράδυ.

Είναι καλοκαίρι, η ζέστη μου δημιουργεί αυτή την γλυκιά αίσθηση της ραστώνης, η κουρτίνα χορεύει με το αεράκι στους ρυθμούς της τζαζ κι εγώ το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι εκείνη η μικρή, η τόση δα, μελανιά που έχω στο μπράτσο. Και χαμογελώ. Δεν με ρώτησε κανείς για αυτήν, δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, κι είναι έτσι πιο γλυκιά και πιο δικιά μου. Καμιά φορά την πιέζω λίγο με το δάχτυλο, ίσα να νιώσω τον πόνο, ίσα να ξαναθυμηθώ.

Ξαναβάζω το τραγούδι απ' την αρχή. Η εισαγωγή του σου δημιουργεί την ανάγκη να υποτάξεις ή να υποταχθείς. Η φαντασία οργιάζει μπροστά στις άπειρες εκδοχές των δύο πιθανοτήτων κι εγώ ξεφυσώ τον καπνό και παρατηρώ αν τα σχήματα του σου μοιάζουν. Μου φαίνομαι αστεία,αλλά ταυτόχρονα νιώθω ζωντανή, οπότε αφήνομαι στην ονειροπόληση μου δίχως να με λογοκρίνω.



Μια μέρα θα στο βάλω να το ακούσεις. Εγώ. Και θα φροντίσω να χαραχτεί για πάντα στην μνήμη σου, με τον τρόπο που εγώ το νιώθω. Μια μέρα. Τώρα νιώθω μια γλυκιά μελαγχολία για ό,τι δεν ζήσαμε και χαϊδεύω απαλά την μελάνια στο χέρι μου από το δικό σου.
Ποτέ πριν ο πόνος δεν υπήρξε τόσο εθιστικός. 

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Τα πάθη της βροχής

Θυμάσαι που λέγαμε να πάρουμε ένα αυτοκίνητο, κι όποτε μας την βαράει να το γεμίζαμε βενζίνη και να φεύγαμε; Τσίτα οι μουσικές κι όλα καλά.

Σήμερα βρέχει. Βρέχει ασταμάτητα από το απόγευμα, κι η Ειδομένη είναι τόσο κοντά, κι αν είχαμε εκείνο το αυτοκινητάκι θα το γεμίζαμε βρεγμένους ανθρώπους και χαμόγελα.
Θα περνούσα να σε πάρω, θα με έλεγες τρελή αλλά μέσα σου θα φούσκωνε μια τόση δα περηφάνια που είμαι φίλη σου, γιατί το ξέρω, καμιά φορά σε εκπλήσσω ευχάριστα με κάτι τέτοια. Το βλέπω σπάνια στα μάτια σου.

Η Ειδομένη τώρα πρέπει να είναι τώρα ένας απέραντος βαλτότοπος κι εγώ σκύβω το κεφάλι, προφυλαγμένη μέσα στο σπίτι μου, που δεν έκανα τίποτα για να βοηθήσω.

Και δεν φτάει το αμάξι, ούτε κι εσύ που δεν είσαι εδώ, φταίω εγώ.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Σαν ξένος,σαν ξενάκι, σαν παντάξενος.

Tον κατηγόρησαν ως κλέφτη. Η αστυνομία ήταν βίαιη. Πιο βίαιη  απ’ ότι συνήθως. Ίσως φταίει κι αυτό το σκούρο δέρμα του. Αν ήταν λευκός όλα θα ήταν πιο εύκολα. Μα εκείνος ήταν απλά ένας ταξιδιώτης χωρίς εισιτήριο, ένας μοναχικός επιβάτης ένας παράνομος. Λαθραίος είπαν οι λιμενικοί κουνώντας απαξιωτικά το κεφάλι. Λες κι υπάρχουν άνθρωποι νόμιμοι και λαθραίοι. Λες κι ένα χαρτί, ένα τόσο δα χαρτάκι, αλλάζει την ανθρώπινη φύση σου, την αξία της ζωής σου.

Γεννήθηκε μέσα στην υγρασία της Κένυας, κατά την διάρκεια μιας θύελλας. Κακό σημάδι είπαν οι ντόπιοι. Χρόνια είχε να φανεί τέτοια κακοκαιρία. Η μάνα του κούνησε το κεφάλι κι ευχαρίστησε την τύχη της σιωπηλά που δεν ήταν κορίτσι. «Τώρα έχει μια πιθανότητα να ζήσει» σκέφτηκε κρατώντας το μωρό της στον κόρφο της να θηλάσει.

Από παιδί μισούσε τον ήλιο. Πολύ αργότερα, όταν θα έπεφτε στα χέρια του ένα βιβλίο με ένα παράξενο όνομα, σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, θα ένιωθε τέτοια συγγένεια με τον πρωταγωνιστή εξ’ αιτίας αυτού του χαρακτηριστικού του. «Ο Ξένος». Μήπως κι εκείνος ξένος δεν ήταν; Ξένος μέσα του, ξένος για τους άλλους, διωγμένος από παντού.

Πότε πότε περιέγραφε την σκληρή ζωή του, δίχως δάκρυα. Απαριθμούσε θαρρείς τις πίκρες μία -μία, έτσι για να μην τις ξεχνά. Ναι η μνήμη. Αυτή τον τυραννούσε. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα βλέμματα τρόμου, τις σπρωξιές του μίσους, τα λευκά κορίτσια που μάζευαν την τσάντα τους στο πέρασμα του. Δεν ήταν κλέφτης. Εκείνος ήταν απλά ένας ταξιδιώτης χωρίς εισιτήριο, ένας μοναχικός επιβάτης.

Πέρασε από την Ελλάδα. Η Αθήνα, τσιμεντένια και βρώμικη και σκληρή δεν τον καλοδέχτηκε. Έμενε σε ένα στενό σε μια γειτονιά του κέντρου, γεμάτη λογής λογής ανθρώπους, απ’ όλα τα μέρη της γης. Ξένος με τους δικούς του, ξένος και με τους άλλους. Ξένος στο μετρό, ξένος στο βρώμικο ημιυπόγειο μου έμενε μαζί με δέκα άλλους, ξένος στον δρόμο και στην πλατεία. Ξένος, μόνος, κατάμονος.

Ένα βράδυ καθώς γυρνούσε σπίτι, μόνος, πάντα μόνος, γλύτωσε από το μαχαίρι ενός φασίστα από τύχη. Με τρεμάμενα χέρια άνοιξε την πόρτα του ημιυπογείου και τότε το αποφάσισε. Θα διέφευγε στην Λιμόζ. Είχε εκεί μια μακρινή θεία του. Θα σπούδαζε, θα γινόταν κάτι άλλο από αυτό που είναι. Η θεία του θα του έφτιαχνε ρατατούιγ κι εκείνος θα διάβαζε βιβλία. Θα μάθαινε ιστορία και λογοτεχνία και θα γινόταν καθηγητής. Θα έπαιρνε και χαρτιά. Να μην τρέμει τα περιπολικά. Να έχει όνομα κι επώνυμο, δηλωμένο πια. Να γίνει άνθρωπος σαν όλους εκείνους που έβλεπε στον δρόμο και στα μαγαζιά. Σαν όλους εκείνους που ζάρωναν στο πέρασμα του.

Ένας από αυτούς που έμεναν μαζί, του μίλησε για ένα γνωστό που είχε. Με μια νταλίκα θα περνούσε τα σύνορα κι από εκεί με μια άλλη θα έφτανε ως την Γαλλία.


Το τελευταίο βράδυ πριν φύγει, σ’ ένα στενό της Αχαρνών, κάθισε στο πεζούλι της εξώπορτας κι άναψε ένα τσιγάρο. Για πρώτη φορά κοίταξε ψηλά τον ουρανό κι είδε το αρρωστιάρικο χρώμα του. Δεν είχε αστέρια, μήτε φεγγάρι. Μόνο νέφος κι ένα περίεργο χρώμα, σαν ξεραμένο αίμα. Πιο πέρα, ένα ζευγαράκι περπατούσε και ψιθύριζε όνειρα για ένα σπίτι, και μια δουλειά που θα ‘δινε πάνω από τριακόσια ευρώ. Κι εκείνος σκέφτηκε πόσο του μοιάζουν και σιώπησε βουρκωμένος.

Υ.Γ. 1 Το κείμενο γράφτηκε στα πλαίσια ενός μαθήματος δημιουργικής γραφής, όπου είχαμε να παίξουμε με συγκεκριμένες λέξεις και να χτίσουμε μια ιστορία. Είναι οι παραφωνίες μέσα στο όλον, αναγνωρίζονται εύκολα.

Υ.Γ.2 Να τους αγαπάτε τους ανθρώπους σας ρε. Να τους αγαπάτε και να τους φροντίζετε. Και να κάνετε τα πάντα για να τους βλέπετε από κοντά. Είναι εκείνοι που θα σας κλείσουν εισιτήρια για να βρεθείτε όταν εσείς ακόμα δεν ξέρετε τί σας ξημερώνει, εκείνοι που θα σας γνωρίσουν τους δικούς τους ανθρώπους  και θα νιώσετε επαφή σαν να τους ξέρετε χρόνια, εκείνοι που πιστεύουν πως έχετε ταλέντο στην γραφή ακόμα κι αν αυτά που γράφετε είναι οριακά για γέλια κι εκείνοι που θα έχουν στον browser τους  αποθηκευμένο το ιστολόγιο σας λες κι είναι κάτι σημαντικό. Βρείτε ένα τρόπο, μείνετε άφραγκοι για μέρες,ίσως και μήνα αλλά βρείτε τους.Ακόμα κι αν νομίζετε πως στην νέα τους ζωή θα μοιάζετε δίχως θέση, θα εκπλαγείτε όταν δείτε πως κι εκείνοι σας θέλουν εκεί.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

C'mon skinny love.

Έλα να χωρίσουμε μαζί ρε μωρό μου.Όχι ο καθένας μόνος του.Έλα να πούμε αντίο ταυτόχρονα και να λευτερωθούμε μια καλή.

Να σου πω ευχαριστώ για τα βράδια που μ' αποκοίμιζες με την ανάσα σου,που ανέχτηκες όλες τις παραξενιές μου (ακόμα κι εκείνες που σ' εξόργιζαν).Να σου φιλήσω τα χέρια που με κράτησαν όταν έπεσα,να χαϊδέψω το χαμόγελο σου,να πιω ένα δάκρυ σου για να θυμάμαι τί γεύση έχει η θλίψη σου.


Να μπλέξουμε τα πόδια μας,να τσακωθούμε για το σεντόνι,να γελάσουμε με την καρδιά μας μ' όλες τις βλακείες που έχουμε κάνει.


Να μου σκουπίσεις τα μάτια,να μου πεις πόσο χάρηκες που βρεθήκαμε μαζί,να με χαϊδέψεις τρυφερά και να με φιλήσεις στην μύτη.Να με γαργαλήσεις μέχρι να μου κοπεί η ανάσα,να μου πεις πόσο σου άρεσαν αυτά που σου μαγείρευα κατά καιρούς και πόσο απολάμβανανες την χαζομάρα μου.


Να περπατήσουμε το Σινικό Τείχος από αντίθετες κατευθύνσεις σκεπτόμενοι αυτά που μας δένουν,να βρεθούμε στην μέση για να τελειώσουμε εκεί.


Να διστάσω,να σου πω μην φεύγεις.Να σε σφίξω τόσο δυνατά που ν' ακούω την καρδιά σου να χτυπάει σαν να είναι έτοιμη να σπάσει.Να μην σ αφήσω κι ας νιώθω πως είναι λάθος.Να απαιτήσω μεθυσμένη να σβήσουν τις λέξεις που θα σε κάνουν να μείνεις εδώ.


Θα 'ναι καλύτερα έτσι, θα δεις.Θα χαμογελάμε πιο συχνά, θα θυμόμαστε τις καλές στιγμές. Θα σταματήσω να φωνάζω, θα έχεις λιγότερα νεύρα.Θα γλυκαίνουμε στο χαμόγελο, θα γελάμε με τα αστεία, θα μιλάμε απλά.


Άσε με λοιπόν να πέσω στην δίνη, θα σε αφήσω να φύγεις. Κι ίσως μια μέρα να σε ξαναβρώ,σε πάρω αγκαλιά και γίνω ασπίδα και κοντάρι σου ξανά.



Birdy Skinny Love

https://www.youtube.com/watch?v=j9jQKQ-SfKM

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

And even we must learn to stand alone.

Κάτι μου κάνουν οι Madrugada.Με κάνουν να θέλω να βγάλω την καρδιά μου και να στην δώσω.
Και το αστείο είναι ότι δεν ξέρω αν έχω πια.Ούτε αυτό ούτε το μυαλό μου.Είναι που πρέπει να μείνω μόνη να δω κι είναι που δεν μπορώ να κάνω ούτε μια μικρή προσπάθεια να μην κλάψω άλλο.Τα κόκαλα νεκρών εραστών κροταλίζουν κάθε βράδυ για να μου θυμίζουν όλα εκείνα τα λόγια που είπα για τον έρωτα.Και για τους ποιητές.Και τώρα ξέφτισαν όλα και μ' άφησαν μισή.Σαν κακογραμμένη σκηνή από γλυκανάλατη ταινία,σαν ψέμα,σαν κάλπικη λίρα που πάνω της ονειρεύτηκες μια ζωή ολόκληρη.Θα βγω να ξεχαστώ,θα πιω για να μην νιώθω και θα ξυπνήσω ρομποτάκι,στην θέση μου,μ' όλους μου τους φόβους να με αγκαλιάζουν σαν πανοπλία.

Madrugada-Sirens