Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

I want you.

Η Μυρτώ πέταξε το βιβλίο στα πόδια του κρεβατιού κι εκείνο χτύπησε στον απέναντι τοίχο και προσγειώθηκε με φόρα στο πάτωμα. "Δεν μπορώ ούτε να διαβάσω με τον μαλάκα" σκέφτηκε και σηκώθηκε να ανάψει τσιγάρο. Τελευταία κάπνιζε όλο και πιο πολύ. Και πέρα από την υγεία της, που γενικά δεν την πρόσεχε,σαν να μην την αφορούσε, έβλεπε και το πορτοφόλι της να μένει όλο και πιο συχνά άδειο. Σαν το ψυγείο της. Και την καρδιά της.

Το μόνο γεμάτο πράγμα που είχε τελευταία ήταν το κεφάλι της. Άλλοτε γεμάτο με σκέψεις που της έκοβαν την ανάσα κι έκαναν την καρδιά της να χάνει τον ρυθμό κι όλο και πιο συχνά, τώρα τελευταία, με αλκοόλ.

Δεν συχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το πως άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν. Αυτή, η τόσο λογική και πραγματίστρια στα όρια του κυνισμού, να ταράζεται σαν κοριτσάκι κάθε φορά που έβλεπε μια πράσινη κουκκίδα στον υπολογιστή της. Πατημένα 30, θα πρεπε να ξέρει καλύτερα.

Έμεινε να κοιτάζει το βιβλίο στην άλλη άκρη του δωματίου. "Δεν μπορεί να πήγαν όλο τόσο στραβά" επαναλάμβανε νοητά κάθε τόσο. Όλο αυτό θα ήταν ένα παιχνίδι. Σε όλο αυτό θα είχε το πάνω χέρι. Θύμα της αλαζονείας της και της πολύ κακής κρίσης της για τους ανθρώπους, βρισκόταν τώρα μόνη στο διπλό της κρεβάτι. Στο ίδιο κρεβάτι που πριν λίγες μέρες έβαζε φωτιά μαζί με τον μαλάκα. Στο ίδιο κρεβάτι που τον ονειρεύτηκε, πολύ πριν γίνει δικός της για κάποιες ώρες. Στο ίδιο κρεβάτι που μούσκεψε από τον ιδρώτα του πάθους, από τα λυσσασμένα φιλιά της απόγνωσης, από τους οργασμούς της ευδαιμονίας.

Και τώρα, με το βλέμμα στο άπειρο, σιχτίριζε νοητά την απόφαση της να τον φέρει εκεί. Το παιχνίδι μεταξύ τους έμοιαζε με κρυφτό ή κυνηγητό ή κάτι πολύ πιο βίαιο που παίζουν τα παιδιά. Μόνο που οι πληγές όσο μεγαλώνεις μένουν ανοιχτές για περισσότερο, κι εκείνος υπήρξε πιο έξυπνος, πιο γρήγορος και πιο δυνατός. Και η Μυρτώ δεν μπορούσε καν να συγκεντρωθεί για να διαβάσει.

Πόσο την κούραζαν παλιά οι κοινότυπες ιστορίες αγάπης, οι μετριότητες. "Όλα ή τίποτα" αναφωνούσε κι έπεφτε με φόρα στην φωτιά κι ας καιγόταν. Κι η αλήθεια είναι πως μόνο μια ιστορία απ' όσες έζησε μπορούσε να την λογίσει σαν ιστορία αγάπης. Δεν ήταν αυτή η τελευταία, κάτι που έκανε τις τύψεις και τον θυμό προς τον εαυτό της να μεγαλώνει κάθε δευτερόλεπτο.

Κάποτε, σε μια βόλτα στα στενά της πόλης, του είχε πει πως δεν θα μπορούσε ποτέ να ασχοληθεί σοβαρά μαζί του,και το πίστευε, μέχρι που εκείνος αποφάσισε να την πείσει για το αντίθετο. Το κίνητρό του, ένας ηλίθιος εγωισμός μπολιασμένος με αρκετή ανασφάλεια, της φανερώθηκε όταν εκείνη είχε ήδη αρχίσει να νιώθει τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας που λέγεται καψούρα.

Τον καψουρεύτηκε μεγαλειωδώς κι απαρηγόρητα, όπως καψουρεύονται στα λαϊκά σουξέ, κι όταν εκείνος εξαφανίστηκε, καταστρέφοντας στο πέρασμα του όλες τις ελπίδες για κάτι καινούργιο και χαρούμενο, εκείνη δεν έστειλε ούτε ένα μήνυμα. Δεν ήθελε απάντηση, άλλωστε την ήξερε. Ήταν ο τίτλος από μια γλυκανάλατη ταινία που είχε δει παλιά. "Απλά δεν σε γουστάρει αρκετά". Κι έτσι, κοινότυπα και χωρίς μελοδραματισμούς προσπάθησε να τον βάλει στην κατηγορία των λάθος αποφάσεων και να τον ξεχάσει,



Μα κάτι μέσα της την έτρωγε. Ένας θυμός πρωτόγονος φούσκωνε στο στήθος της κάθε φορά που τον έβλεπε να περνά στον δρόμο, καθώς η πόλη τείνει να γίνεται αφόρητα μικρή όταν προσπαθείς να ξεχάσεις κάποιον.Και μια σκέψη την καταλάμβανε κατακλυσμιαία μόλις τον ένιωθε κοντά της: "Πρέπει να κερδίσω!". Γιατί οι δυο τους, όπως είπαμε, έπαιζαν πολλά παιχνίδια. Η εξουσία άλλαζε χέρια μεταξύ τους ανά διαστήματα, πράγμα που η Μυρτώ έβρισκε απόλυτα γοητευτικό, εκείνος όχι τόσο όπως αποδείχθηκε.

Κι έτσι ξεκίνησε ένα ντόμινο καταστροφικών για την ίδια αποφάσεων. Πρώτα έγινε απόμακρη, ύστερα υπερβολικά χαλαρή, ενέπλεξε στην παράνοια κι ένα από τα λεγόμενα "καλά παιδιά" που είθισται να τραβάνε το ζόρι για τους "μαλάκες", και η ώριμη Μυρτώ έπαιξε. Έπαιξε με την καρδιά της, και με την καρδιά του μαλάκα, μέχρι που όπως γίνεται πάντα στα παιχνίδια, κάποιος έχασε. Και έχασε εκείνος που νοιαζόταν πιο πολύ για την νίκη. Η ίδια.

Και καθώς οι μέρες περνούσαν, και το αλκοόλ δεν έκανε πια την δουλειά του, ο γοητευτικός τύπος έγινε ο μαλάκας, κι από συγκεκριμένα μέρη δεν περνούσε ούτε απ' έξω. Μαζί με το παιχνίδι η Μυρτώ έχασε κι ένα κομμάτι του εαυτού της, εκείνου του ηθικού και άμεμπτου που την προστάτευε από ηλίθιες αποφάσεις σαν κι αυτές που έπαιρνε το τελευταίο διάστημα.

Το πρωί την βρήκε σκεπτική κι αποφασισμένη με δύο πακέτα τσιγάρα τσαλακωμένα δίπλα της.
"Έτσι είναι η ζωή " μουρμούρισε και σηκώθηκε να πάει στην δουλειά.






Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Έτσι γλυκά, όπως ξυπνούν οι εραστές.

Το νέο της ανακοινώθηκε ανάμεσα σε γέλια και χαχανητά, δικαιολογημένα, καθώς η ομιλούσα δεν γνώριζε τί σήμαινε τούτη η τελεσίδικη δήλωση για την Βίκυ. "Ερωτεύτηκε!".Πάλι καλά που είχε εκείνη την φαρυγγίτιδα και δεν περίμενε κανείς από εκείνη κάποια αντίδραση πέρα από ένα μουγκρητό.

Ένιωσε μια μικρή ζαλάδα κι έκατσε, καταραμένη φαρυγγίτιδα, ούτε ένα τσιγάρο τώρα που το χρειάζεται. Το τηλεφώνημα στον ίδιο τόνο περιέγραφε την τραγελαφική συνθήκη στην οποία περιήλθε ο κοινός φίλος, που δεν ήταν και τόσο φίλος, και που δεν τον ερωτεύτηκε ποτέ ακριβώς, αλλά να κάτι υπήρχε. Και καθώς η ιστορία , σαν ραδιοφωνικό ρομάντζο, ταξίδευε από την μία άκρη της πόλης για να φτάσει στα αυτιά της, μέσα της φούντωνε μια άρρωστη ερώτηση, που δεν επέτρεπε ποτέ να κάνει στον εαυτό της, καθώς φανέρωνε το πόσο βαθιά ανασφαλής και μετέωρη ήταν:"Γιατί όχι εμένα;"

Η Βίκυ, λοιπόν, μεσοαστή κοπέλα με ενδιαφέροντα και φίλους και κοινωνική ζωή, δυναμική και ανεξάρτητη, άφησε μια σχέση πολλών ετών για να επαναπροσδιοριστεί καθώς ένιωθε πως πια δεν την καλύπτει.Έχοντας βαρεθεί τις καταπιεσμένες επιθυμίες να καίνε το μυαλό και τα λαγόνια της τα βράδια, έδωσε μία και πέταξε τα χαρτιά που της είχαν μοιραστεί στους πέντε ανέμους, γιατί η ζωή φεύγει πολύ γρήγορα και δεν αξίζει για την βολή να είσαι μέτριος και δυστυχισμένος.

Και μετά, υπήρξε πολύ μα πολύ δυστυχισμένη, γιατί "θέλει κότσια η ελευθερία κοριτσάκι". Κι ύστερα από την μικρή παρένθεση του φίλου που δεν ήταν ακριβώς φίλος, και τώρα ήταν ερωτευμένος σφόδρα με μιαν άλλη, η Βίκυ βρέθηκε αντιμέτωπη με το γεγονός πως δεν ήταν και τόσο αδύναμη όσο νόμιζε.

Δεν μπορούσε να καπνίσει και δεν την ένοιαζε ακριβώς, δεν είχε τον έρωτα κανενός και δεν πείραζε, γιατί η ζωή είναι στους δρόμους, κι είναι υπέροχο πόσο απρόβλεπτα μπορούν να εξελιχθούν όλα. Κι όλη αυτή η αισιοδοξία την πλημμύρισε για πρώτη φορά στην ζωή της. Γιατί η Βίκυ πέρα από ένα περίεργο κράμα ανασφάλειας και δυναμικότητας, ήταν περίεργη, και χαμογελαστή, κι ήθελε συνέχεια να μαθαίνει κι είχε πληγές όμοιες με κρατήρες, κι είχε φίλους που την αγαπούσαν, και μπορούσε να γελά με τα στραβά που της συνέβαιναν, αφού πρώτα τα μελοδραματοποιούσε μέχρι αηδίας.

Η Βίκυ για πρώτη φορά αντιλήφθηκε την βαθιά ανθρώπινη και κοινότυπη φύση της. Μια σκέψη που κάποια χρόνια πριν θα την γέμιζε υπαρξιακό τρόμο, τώρα την έκανε να χαμογελά πλατιά και να δείχνει μια μισότρελη εμπιστοσύνη στην ζωή, και στην ίδια. Να αυτό το τελευταίο ήταν που την έκανε να χαμογελά. Για πρώτη φορά, εμπιστευόταν την ίδια. "Θα τα καταφέρουμε" σκεφτόταν "γιατί η ζωή είναι για τους ανθρώπους". Και τούτη η χαζοχαρούμενη και ξένη αίσθηση έκανε το πίσω μέρος του μυαλού της, που ήξερε πόσο άσχημα και τραγικά μπορούν να πάνε όλα, να τρελαίνεται και να ουρλιάζει μανιασμένο.

Για να το κάνει να σωπάσει, για να διαφυλάξει λίγο ακόμα τούτη την πρωτόγνωρη αίσθηση, έβαλε το πιο γλυκό και αισιόδοξο τραγούδι που ήξερε να παίζει σαν χαλί στα εξ' ανάγκης ψιθυριστά λόγια της. Κάτι μέσα της την έκανε να πιστεύει, πως, διάολε, δεν μπορεί, θα το ζήσει ξανά.

"... και το πρωί ξυπνήσαμε απ όνειρο που ζήσαμε
έτσι γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές"

Αυτό τραγουδούσε ο Αγγελάκας όταν η Βίκυ ξεκίνησε σιωπηλά να δακρύζει.Για το πολύ και το λίγο της, για τους ανθρώπους και για τα μικρά ψέμματα που άκουσε αυτόν τον καιρό.Κάτι μέσα της όμως την διαβεβαίωνε πως δεν πειράζει.

Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και με μάτια βουρκωμένα παρατήρησε για πρώτη φορά τον εαυτό της. Ολόκληρο. Του χαμογέλασε, του έκλεισε το μάτι, πήρε τα κλειδιά της και βγήκε να κυνηγήσει την ζωή.

Υ.Γ. Για τον Α.Μ. που κάποτε όταν διάβασε τούτες τις χαζομάρες μου 'πε πως θέλει να διαβάσει ένα μικρό διήγημα από μένα, και που σήμερα μου 'γραψε τόσο επιτακτικά από κάτι χιλιόμετρα μακρυά "Γράψε!" που δεν μπορούσα να αντισταθώ. Χαμογελάστε, μπορεί και να επιζήσουμε! :)

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Όλα αυτά που δεν θα δω.

Τελευταία κάτι με τρώει. Πάντα είχα μια παράξενη σχέση με τον χρόνο. Αργώ παντού, για χρόνια αργούσα να φτάσω,σε μένα κυρίως. Δεν το κάνω επίτηδες μωρέ, ούτε γιατί δεν σέβομαι εκείνους που με περιμένουν. Είναι που που πιστεύω πως αν τελικά δεν φανώ, κανένας δεν θα σπάσει.

Μην σοκάρεσαι. Υπήρξα σταθερά άδικη, υπερβολική και αχάριστη με τους ανθρώπους που μου πρόσφεραν την αγάπη τους, κυρίως γιατί μέσα μου έτρεμα την στιγμή που θα την πάρουν πίσω. Γιατί ότι θα γινόταν ήταν νομοτέλεια.

Ακόμα τρέμω κάθε φορά που ξεστομίζω πως με αγαπά κάποιος. Έχω φίλους σταθερούς για χρόνια, φίλους που άντεξαν την χειρότερη εκδοχή μου και χαμογέλασαν στην καλύτερη, κι ακόμα, κάθε φορά που κάνω κάτι που τους απογοητεύει, τρέμω.Απέδειξαν την αξία τους, κι όμως ακόμα και τώρα πιστεύω πως απλά θα φύγουν, λες και δεν έχουν οι ίδιοι συναισθήματα, λες και δεν τα ζήσαμε μαζί όλα αυτά.

Μετρώ χρόνια και στιγμές, χαζεύω παλιές φωτογραφίες και με πιάνει μια τόση δα μικρή απελπισία για το πόσο μοιάζει η ζωή με αστραπή. Κι όλα εκείνα που δεν είδα και δεν θα δω παρελαύνουν αυτάρεσκα μπροστά μου. Και ξαφνικά το ρολόι από αντικείμενο γίνεται δυνάστης.

Και τρέχω να μαζέψω γέλια και βράδια. Και πίνω πάλι, πίνω πιο συχνά, πίνω πιο πολύ, θυμήθηκα πόσο το απολάμβανα. Μην φοβάσαι, δεν είναι ψυχαναγκασμός. Ξέσπασμα ίσως, εθισμός σίγουρα όχι. Τρέχω να μαζέψω πρώτα φιλιά, γιατί έφτασα πια 26 και δεν έχω και τόσα πολλά, τρέχω να αναπληρώσω τον χρόνο που ξόδεψα τότε που νόμιζα πως έχω πολύ περισσότερο, τότε που νόμιζα πως φεύγει αργά και βασανιστικά γιατί κρυβόμουν στο σκοτάδι μου. Τότε που οι μέρες δεν είχαν σημασία και οι μήνες δεν έκαναν την διαφορά.

Όσο μεγαλώνω τρέχω.Και δεν είναι κακό. Τρέχω να μου δώσω ό,τι μου στέρησα μέσα από επιλογές ακούσιες ή εκούσιες. Κι ίσως έτσι όπως τρέχω να γίνομαι απρόσεκτη, κι ίσως να τα κάνω όλα ρημαδιό. Μα σε παρακαλώ προσπάθησε να καταλάβεις. Όλα αυτά που δεν θα δω, το πεπερασμένο της ζωής μας, με κυνηγούν σε κάθε μου βήμα.

Νιώθω πιο πολύ ο εαυτός μου τώρα που κάνω τα μεγάλα μου λάθη.Γιατί τόσα χρόνια δεν έκανα λάθη. Είναι που δεν ζούσα μωρέ, πως να κάνεις λάθη αν δεν δοκιμάσεις κι αν δεν δοκιμαστείς;
Τουλάχιστον, θα μπορώ να πω πως κάτι είδα. Θα μπορώ να περάσω το δάχτυλο πάνω από τις ουλές και να πω ναι είναι δική μου και την απέκτησα ζώντας και κάνοντας λάθη.

Κι ας τρέμω πως δεν θα με αγαπούν πια με αυτά.Κι ας τα λέω στους φίλους μου με έναν κόμπο στον λαιμό. Προσπαθώ, όλα αυτά που δεν θα δω να είναι όσο το δυνατόν λιγότερα.





Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

In time, you and I, we'll shine.

Τόσο καιρό το απέφευγα. Είχα σχεδόν χρόνο ν' ακούσω αυτό το τραγούδι. Το τραγούδι μας δηλαδή.Εκείνο που χορεύαμε κάτι βράδια στο παλιό μου σπίτι, σ' εκείνο το μικρό σπιτάκι που στα 30 του τετραγωνικά μέτρα στέγασε τόση ευτυχία, που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι υπήρχε.

Σήμερα εισέβαλε ξαφνικά στα αυτιά μου.Από το πουθενά. Και δεν έσπασα σε μικρά κομματάκια.Ανάσανα βαθιά, άναψα ένα τσιγάρο, χαμογέλασα και σκέφτηκα πως εμείς οι δύο τα καταφέραμε.

Φωτίσαμε ουρανούς και στερεώματα ολόκληρα με την λάμψη μας. Αψηφίσαμε κάθε συμβουλή και κάθε κίνδυνο και κάθε λογική. Δεθήκαμε με χιλιάδες μικρά αόρατα νήματα και κουβαλήσαμε ο ένας την καρδιά του άλλου μέσα στην καρδιά του. 

Είχαμε για χρόνια και οι δύο ένα τόσο δα μικρό ρουμπινάκι, κατακόκκινο, στην χούφτα μας και το πήραμε μαζί μας στα πέρατα του κόσμου. Και δεν έχασε την λάμψη του.Το προστατέψαμε από θύελλες και κακοτοπιές, το γυαλίσαμε όταν θάμπωσε, του δείξαμε έναν άλλο τρόπο να υπάρχει.

Ποτέ δεν θα στο ζητήσω πίσω. Είναι δικό σου και το αξίζεις όσο κανένας άλλος.Και κάθε φορά που σε συναντώ φουσκώνω από περηφάνια που μπορώ να πω πως με αγάπησες. 

Μεγαλώσαμε μαζί, κι αντέξαμε. Κόντρα σε κάθε πιθανότητα, εμείς τα καταφέραμε.Τι ρε χαζό, επειδή χωρίσαμε; Ποιος άλλος ρε μωρό μου μπορεί να χωρίσει όπως εμείς; Ποιος άλλος μπορεί να χωρίσει με τόση αγάπη; Τα καταφέραμε σου λέω!


Θα είσαι πάντα ένα κομμάτι του εαυτού μου, θα σε φέρω πάνω μου ως παράσημο. Κι εύχομαι κάθε φορά που ακούς το Shine να χαμογελάς.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Ό,τι έχω αφήσει εκεί πίσω είναι μια βρώμικη σκιά

Κάθε μέρα που περνά σε αυτή την πόλη πρέπει να θυμίζω στον εαυτό μου πως δεν είμαι εδώ.
Δεν υπάρχω εδώ, δεν έχει χώρο για μένα, δεν πρέπει να βουλιάξω ή να βολευτώ, δεν πρέπει να βρω μια χαραμάδα για να μπω.

Δεν υπάρχω εδώ. Υπάρχει η καρικατούρα του δεκαπεντάχρονου εαυτού μου. Αυτό γίνομαι κάθε φορά που επιστρέφω.

Δεν ορίζουν αυτοί οι άνθρωποι το μπόι μου ούτε τα βήματα που κάνω προς τα εμπρός.Δεν έχει σημασία πως με βλέπουν, δεν έχω τίποτα να αποδείξω στον εαυτό μου γοητεύοντας τους.Γιατί προσπαθώ;

Κάθε μερα που περνά ξυπνάει τα φαντάσματα της εφηβείας κι αν κάτι πονάει πιο πολύ, είναι που πίστευα πως πια δεν με τρομάζουν.Είναι που νόμιζα πως αν τρεξω αρκετά μακρυά, αν με αγγίξουν άλλοι άνθρωποι, αν αγκυροβολήσω σε νέο τόπο, όλα αυτά θα ξεριζωθούν από μέσα μου και θα μπορώ να μην σκύβω πια το κεφάλι από φόβο ή ντροπή.

Ο αέρας που ανασαίνω δεν είναι αυτός.Δεν έχει τόπο για μένα εδώ, δεν ετεροκαθορίζομαι από μια κοινωνία που απορρίπτω, όχι από αντίδραση μα από επιλογή.

Όσα έγιναν εδώ δεν με ορίζουν πια.Ξέμειναν πίσω, να στοιχειώνουν κάθε βήμα μου σε κάθε πλάκα πεζοδρομίου αυτής της πόλης.Περπάτησα σε νέα μέρη, πιο φιλόξενα και βρήκα που ανήκω.Μπόρεσα να αντέξω τον εαυτό μου, μεγάλωσα.

Κάθε μέρα, πρέπει να θυμίζω στον εαυτό μου πόσο μακρυά έχω φύγει από όλα αυτά.

Ποτέ ξανα σκυφτή, ποτέ ξανά φοβισμένη.

"Θέλω να ζήσω όπως τα αστέρια που ξεψύχησαν
μέσα στο φως κάποιου αφιλόξενου και μακρινού ουρανού
γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα
και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού"



Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Σαν παιδί

Έχω τόσα μέσα μου και μια ανυπέρβλητη ανάγκη να γράψω. Μα οι λέξεις μου με εγκατέλειψαν, με άφησαν μόνη να αντιμετωπίσω το χάος.

Το κεφάλι μου γυρίζει από τις σκέψεις, ή μάλλον φταίει το κρασί. Μα τι λέω, ποτέ δεν φταίει το κρασί.

Νιωθω σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας. Θα θελα να μπορούσα να τα πω όλα με έναν μονόλογο, σπαρακτικό και μετρημένο. Κατάγομαι από μια γενειά απίστων, η μοίρα μου όρισε να ακολουθήσω την πατρoγονική αμαρτία που τόσο σιχαίνομαι. Προδοσίες, πάθη, λάθος αποφάσεις, παιχνίδια της τύχης, μια μάχη. Μόνο που δεν μάχεται αδερφός τον αδεφό, η κόρη τους νόμους και η κατάληξη δεν θα ναι ο Άδης μήτε η λύση του δράματος και η κάθαρση. Η κατάληξη θα είναι πεζή, όπως όλες οι ζωές όσων δεν κατάγονται από γενιά βασιλική, μήτε έχουν στην πλάτη τους το βάρος όλου του κόσμου ή μιας πόλης έστω.

Ο τόπος της μάχης είναι το σώμα μου, εκείνο που πληγώνω κι απαρνιέμαι και πληγώνω, με κάθε ευκαιρία. Και οι αντίπαλοι είμαστε εγώ και το μυαλό μου, οι επιθυμίες που κυβερνούν την λογική, η λογική που καταπνίγει τις επιθυμίες.

Ξέρω ποιο είναι το σωστό. Πάντα ξέρω ποιο είναι το σωστό. Κι όμως το μυαλό με παίρνει από το χέρι σαν παιδί για να με οδηγήσει εκεί όπου υπάρχει πόνος και χαμός. Μου δίνει στον δρόμο καραμέλες, για να ξεγελάσει τις συμφορές. Κι εγώ, σαν παιδί, πιστά ακολουθώ την έξη μου μέχρι την καταστοφή.

Θα ήταν τόσο βολικό και σωτήριο να φταίει η μοίρα ή οι Θεοί. Να είμαι έρμαιο των αποφάσεων άλλων, να μην κρατούσα εγώ το σπαθί που σκότωσε.Να φταίει το κρασί, κι όχι η απόφαση μου να τα διαλύσω όλα μέσα σε δυο λεπτά. Μα τι λέω, ποτέ δεν φταίει το κρασί.

Η πίεση που μου ασκείται είναι αντιστρόφως ανάλογη με την λογική μου.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

I put a spell on you.

Έχω μια μελανιά στο χέρι μου από την τελευταία φορά που σε είδα, την Nina Simone να τραγουδάει το I put a spell on you με την υπέροχη, βαθιά νέγρικη φωνή της και εκείνο το τελεσίδικο because you're mine μου θυμίζει τον τρόπο που σε κοιτούσα. Για εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα της αιωνιότητας ήσουν δικός μου.Η αίσθηση της εξουσίας ήταν μεθυστική, πιο μεθυστική κι από τα ποτήρια με αλκοόλ που ρουφούσαμε χαμογελώντας όλο το βράδυ.

Είναι καλοκαίρι, η ζέστη μου δημιουργεί αυτή την γλυκιά αίσθηση της ραστώνης, η κουρτίνα χορεύει με το αεράκι στους ρυθμούς της τζαζ κι εγώ το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι εκείνη η μικρή, η τόση δα, μελανιά που έχω στο μπράτσο. Και χαμογελώ. Δεν με ρώτησε κανείς για αυτήν, δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, κι είναι έτσι πιο γλυκιά και πιο δικιά μου. Καμιά φορά την πιέζω λίγο με το δάχτυλο, ίσα να νιώσω τον πόνο, ίσα να ξαναθυμηθώ.

Ξαναβάζω το τραγούδι απ' την αρχή. Η εισαγωγή του σου δημιουργεί την ανάγκη να υποτάξεις ή να υποταχθείς. Η φαντασία οργιάζει μπροστά στις άπειρες εκδοχές των δύο πιθανοτήτων κι εγώ ξεφυσώ τον καπνό και παρατηρώ αν τα σχήματα του σου μοιάζουν. Μου φαίνομαι αστεία,αλλά ταυτόχρονα νιώθω ζωντανή, οπότε αφήνομαι στην ονειροπόληση μου δίχως να με λογοκρίνω.



Μια μέρα θα στο βάλω να το ακούσεις. Εγώ. Και θα φροντίσω να χαραχτεί για πάντα στην μνήμη σου, με τον τρόπο που εγώ το νιώθω. Μια μέρα. Τώρα νιώθω μια γλυκιά μελαγχολία για ό,τι δεν ζήσαμε και χαϊδεύω απαλά την μελάνια στο χέρι μου από το δικό σου.
Ποτέ πριν ο πόνος δεν υπήρξε τόσο εθιστικός.